Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Τα Λόγια που δε θες






Η αγκαλιά της ζητιανιάς..
Η προσπάθεια να χώσω το κεφάλι μου στο στέρνο σου χωρίς να προλάβεις να δεις την ικεσία στα μάτια μου. 
Ήσουν και θα είσαι ο παραλήπτης των πιο ουσιαστικών "θέλω" μου. Είτε αυτά κραυγάζουν μέσα από τηλεφωνικά καλώδια και μηνύματα, είτε σωπαίνουν εγκλωβισμένα στα βλέμματα.
Το -κατά τα άλλα δικαιολογημένο- παιχνίδι σου με τις αντοχές μου με φοβίζει. Φοβάμαι το ταμπλό που βρέθηκε μπροστά μου χωρίς οδηγίες, φοβάμαι τη ζαριά που ίσως με στείλει "ΑΜΕΣΩΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ"..Εκείνη, την προηγούμενη φυλακή μου.. Την -κατά τα άλλα- γνωστή. Οικεία και,πια, απολύτως αποδεκτή έτσι όπως είναι. Με τα σκουριασμένα της κάγκελα, τους φαγωμένους σοβάδες, τη μυρωδιά της μούχλας και το μικρό φεγγίτη στο ταβάνι. Εκεί που, όμως, το ξηλωμένο στρώμα μυρίζει "το χιλιοπλυμμένο μου εγώ" και "τα λάθη μου". Αρώματα επιθυμητά την ώρα που πέφτω για ύπνο.
Εκεί που δε χρειάζονται συστάσεις, που μπαίνω πια χωρίς επίδειξη ταυτότητας γιατί "με ξέρουν". Με μεγάλωσαν.. Από τότε που ήμουν στις Ανηλίκων για "ανάρμοστη συμπεριφορά εφήβου". Εκεί που τα Σάπια Φρούτα κρίνουν τα εκ γενετής προβληματικά με αντικείμενο κατηγορίας τη Σαπίλα..
Κι όμως, εγώ εκεί νιώθω Σπίτι μου.. Δε φοβάμαι.. Πάντα η οροφή θα στάζει και πάντα θα κινδυνεύω από μια πνευμονία να με στείλει στον άλλο κόσμο. Αλλά ξέρω.. Από τι απειλούμαι.. Και σε τι τελικά επιλέγω να εκτεθώ μετά τη ζαριά στο δικό σου επιτραπέζιο που "παίξαμε" μια Παρασκευή βράδυ στο αυτοκίνητό σου μεταξύ καθισμάτων και οροφής. 
Γελούσα σαν παιδί.. Ένα "αγάπη μου" ξέφυγε σαν το κυνηγημένο από το στόμα μου και δεν πρόλαβα να το σκοτώσω πριν φτάσει στ' αυτιά σου..
Νιώθω λίγο σαν τη γκρινιάρα που παίζει Γκρινιάρη. Ένα παιχνίδι που αναιρεί τα ίδια του τα πιόνια. Ένα "1-1=0" για να το πω και στη γλώσσα σου.
Κι αύριο, που έχω ήδη αποφασίσει να μη σου δείξω τίποτα, θα κάνω αγώνα διαρκώς να μη συναντηθούν τα βλέμματά μας και καταλάβεις..
Να μην καταλάβεις αυτά που δε μετουσιώνονται σε λόγια και που μόνο σε πράξεις θα μπορούσαν να μετρηθούν, αλλά δεν τα άφησες. 
Και θ' αρχίσουν σιγά-σιγά κι αυτά να ζαρώνουν και να μουχλιάζουν και να μεταδίδουν τη μούχλα από κύτταρο σε κύτταρο, σαν τα φρούτα που έλεγα προηγουμένως, για να μου θυμίσουν ακόμη μια φόρα πόσο "εκεί" ανήκω.. Πόσο δεν είμαι αντάξια του δικού σου φρέσκου αέρα, της δικής σου καθαρότητας. Εγώ, το χαρτί που από μαύρο έγινε γκρίζο, με την ελπίδα εσύ να το χρωματίσεις. Κι ήταν η λευκότητα το δικό σου ζητούμενο, αλλά κι αυτό δεν το μπόρεσα..
Ίσως οι απάτητες παραδεισένιες σου εκτάσεις, να μην είναι για μένα.
Ίσως να μεγάλωσα με την αλυσίδα στο πόδι και δε θα μπορέσω να πετάξω ποτέ.....   

Το μόνο που χρεώνεσαι είναι τα Μαθήματα Πτήσης που μου παρέδωσες ενώ τελικά δεν πίστεψες ούτε λεπτό στα φτερά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: