Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

ΤΟ «ΚΛΙΤΣΙ-ΚΛΙΤΣΙ» ΤΗΣ ΜΠΑΝΑΝΑΣ

                            


 Έχεις γνωρίσει ποτέ τον  Άτρωτο άνθρωπο? Αυτόν που αγαπημένη του ασχολία είναι να συλλέγει άλλους? Αυτόν που κανείς δεν μπορεί να του αντισταθεί? Που καλύτερα να μη βρεθείς ποτέ στο δρόμο του γιατί δε θα ξέρεις πού έχεις μπλέξει? Εγώ τον γνώρισα. Και ξέρεις τι? Τον ενοχλεί το «κλίτσι-κλίτσι» που ακούγεται όταν μασάμε την μπανάνα. Επίσης, έχει αγωνίες όπως όλοι μας. Τρώει κανονικό φαγητό, πίνει σκέτο νερό από τη βρύση, πηγαίνει το σκύλο βόλτα στην πλατεία της γειτονιάς. Έχει άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη, καπνίζει και κουρνιάζει στην αγκαλιά του Άλλου.

 Φυσικά δεν τον περίμενα έτσι. Είναι φορές που ακόμη αναρωτιέμαι μήπως έχει τέτοιες υπερφυσικές δυνάμεις ώστε να δημιουργεί την παράλληλη αλήθεια που βλέπω και τόσο μου αρέσει. Τόσο με παραπέμπει σε κάτι «σαν εμένα», που, όχι μόνο δεν είμαι Άτρωτη αλλά, μάλλον χρήζω και μορφώσεως πολλής και αντιγραφής συνηθειών των γύρω μου. Γνωρίζοντας τέτοιους ανθρώπους κατάλαβα τη δική μου ανεπάρκεια, την οποία ως τώρα μου επεσήμαιναν ανεπαρκέστεροι από εμένα μήπως και νιώσουν ελάχιστα καλύτερα, αγνωώντας ότι για να «νιώσεις καλύτερα», βασική προϋπόθεση, είναι να μπορείς να «Νιώθεις». Όχι να κοπιάρεις εγκεφαλικά τα «νιώθω» των υπολοίπων και να τα προσεταιρίζεσαι. Όσο κρατάς την ψυχή σου σε αδράνεια ξεγλυστρώντας ανώδυνα και με ευκολία πατώντας πάνω στις ψυχές των άλλων, τόσο ο ντενεκές αδειάζει και –όπως μου είπε ένας υπερήλικας συνεπιβάτης προχθές στο λεωροφείο- «ο ντενεκες όσο πιο άδειος είναι, τόσο περισσότερο θόρυβο κάνει».  Και η αλήθεια είναι ότι ο θόρυβος αυτός είναι προσβάσιμος καθημερινά. Απλώς δεν τον επιλέγω πια.

 Μιας και ξεκινήσαμε να μιλάμε για τον Άτρωτο άνθρωπο, θέλω να πω ότι –προφανώς από λύπηση και οίκτο- δε σνόμπαρε τη συνδεδεμένη με απόλυτη απειρία ηλικία μου και με άφησε με τον παιδικό μου τρόπο να καταθέσω το «είναι» μου. Εκείνο ακριβώς το «είναι» που κατηγορήθηκε στο παρελθόν ως υπερεκτιμημένο χάρη στην ικανότητα διαχείρησης των λέξεων από μέρους μου. Κατηγορήθηκε ως λειψό, ανέραστο, μη συγκρίσιμο. Παραδόξως, το «είναι» αυτό, μεταμφιεζόμενο με τις σωστές καταλήξεις των επιθέτων, έφτασε να αποτελεί το «είναι» του κατηγορητή και μάλιστα χωρίς καμία ανάγκη να προλογηθεί ή να επεξηγηθεί.  Και κάπως έτσι, έφτασε το Άτρωτο να γίνεται παραλήπτης των δικών μου, μηδαμινών σκέψεων και συναισθημάτων. Οι μεσολαβητές  -ή αλλιώς μεσάζοντες- πάντα διέπονται από μια μετριότητα που τους καθιστά «ενδιάμεσους». Σίγουρα εγώ είμαι από τους τυχερούς Απλούς ανθρώπους που ένας μεσολαβητής επέλεξε να φέρει σε επαφή με το Άτρωτο. Οφείλω αιώνια ευγνωμοσύνη την οποία καταννοώ ότι δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω για τις επόμενες 100 ζωές. Τιμή τεράστια. Μόνο που, αντικειμενικά μιλώντας, το «Ευχαριστώ» δεν ανήκει στο μεσολαβητή, αλλά σε Εμένα που κατάφερα να ξεχωρίσω ανάμεσα σε τόσες άλλες Απλές και να επιλεγώ για αυτό το χρήσμα.

 Την προμήθειά του την πήρε και με το παραπάνω. Χόρτασε την εικόνα της αφομοίωσής μου από το Άτρωτο, της «συναλλαγής» μας και –έστω αποτυχημένα- έβαλε κι ένα χεράκι. Μέχρι εκεί όμως εκτείνονται τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και –κυρίως- οι ικανότητες  των ενδιάμεσων. Κάτι σαν τις μεσαίες συχνότητες στη μουσική που αποτελούν απόχρωση και δε θα καταφέρουν ποτέ να εκτυφλώσουν σαν το λευκό ή να τυφλώσουν σαν το μαύρο. Τα άκρα ανήκουν στο χειριστή και το χειριζόμενο. Ό, τι παρεμβάλλεται είναι "της σειράς".  Έτσι απόλυτα αρμονικά και νομοτελειακά, κλείνει ο κύκλος. Η απόλυτη απειλή του Άτρωτου ανθρώπου δε με φοβίζει πια. Ξυπνάω πλάι της κάθε μέρα και πίνουμε μαζί τον καφέ μας. Είναι η λιγότερο απειλητική απειλή που έχω γνωρίσει. Κι αν ο συνδυασμός της ανεπάρκειάς μου με τον Άτρωτο άνθρωπο, έβγαλε κάτι καλό, αυτό είναι η αλήθεια ότι δεν Τρώμε ό,τι μας σερβίρουν.


Αλλά τι λέω? «Αλήθεια».. Άντε να καταλάβεις..

Δεν υπάρχουν σχόλια: