Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

στιγμες απολυτης ειλικρινιας (ή σκεψεις γυναικειες χωρις επεξεργασια)



Τις μισω τις Κυριακες. Ειναι μουντες και μαυρες. Και μου θυμιζουν, κυριως μου ΘΥΜΙΖΟΥΝ. Σκεφτομαι ποσο μου λειπεις και μονη μου παρηγορια ειναι μια ακομη επιδρομη στο ψυγειο. Γελας, ε? Καθολου αστειο δεν ειναι.
 Καταβροχθιζω ενα κομματι κεϊκ χωρις να πειναω, χωρις καν καποιο ιχνος λιγουρας. Και τρωω με μανια σαν να πιστευω πως μπουκια-μπουκια ερχομαι κοντα σου. Γυναικειος τροπος σκεψης και ποτε δε θα τον καταλαβεις, ισως καλυτερα κι ολας. Σαν να θελω να ξεχειλωνομαι. Να γινω "καπως". "Ετσι" που δε θα σου αρεσω πια, που τιποτα δε θα σου φερνει στο μυαλο το κοριτσι στο οποιο εδωσες το τριανταφυλλο εκεινο το βραδυ. Τις Κυριακες τις απεχθανομαι για πολλους λογους. Συνηθως γιατι ψαχνω τροπους να μεινω μονη μου μα δε λενε κι αυτες να ξεκουμπιστουν απο δω μεσα. Προσπαθω με ενα καρο ανοητα επιχειρηματα να τις πεισω για τον Τελειο καιρο που εχει εξω-ακομη κι οταν βρεχει ακαταπαυστα- και για το ποσο χαζο ειναι τετοια μερα να μη βγαινουν για μια βολτα, αφηνοντας φυσικα να πεσει κατω το γεγονος οτι εγω απ' το πρωι κυκλοφορω στο σπιτι με τις πυτζαμες αγκαλια με την κουβερτα μου. Η μια εχει και "γκομενο" (τι ασχημη λεξη). Τρια χρονια τωρα. Ε, ας παει και κατι "σωστα" σε μια απο τις τρεις μας. Η αλλη προσπαθει, δε λεω. Μα πονεσε πολυ και τωρα δυσκολευεται. Εγω τι φταιω ομως? Γιατι δε φευγουν δυο ωρες να βρω κι εγω την ησυχια μου ή μαλλον τη φασαρια μου απ την εκκωφαντικη μουσικη που θα ακουσω με τ' ακουστικα-κλεισμενη στο δικο μου κοσμο- ψαχνοντας κατι να με τραβηξει μακρια απο τις σκεψεις μου. Μα εισαι σ' ολα και ξερω οτι δεν κανω καλα που στο λεω. Ξετυλιγω ολο ενοχη το περιτυλιγμα μιας Κinder Bueno. Την κοιταζω με μια ψευτικη λαχταρα και τη δαγκωνω-με περισσοτερη ενοχη. Καταπινω. Στεκεται για κλασματα δευτερολεπτου στο λαιμο μου και υστερα συνεχιζει την καθοδικη της πορεια υπενθυμιζοντας μου ολα οσα δεν μπορω να χωνεψω κι ομως αναγκαζομαι να το κανω. Πιο πολυ εμενα μισω, περισσοτερο κι απο τις Κυριακες. Με μισω γιατι δεν τις μισουσα αρκετα τοτε ωστε να μην ερθω στην Πατρα. Μια χουφτα σκονη ειναι ολα κι εμεις ψαχνουμε τροπους να μη σκορπισουμε στον ανεμο. Δεν πρεπει να στα λεω αυτα μα ζητησες να τα μαθαινεις και πώς να σου πω "οχι" στο οτιδηποτε? (Πώς?)
 Πρεπει να αδυνατισω, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΔΥΝΑΤΙΣΩ φωναζω στον εαυτο μου καθως ψαχνω απεγνωσμενα στα ντουλαπια να βρω ενα πακετο μπισκοτα που ειχα κρυψει. Αυτοκαταστροφη κατω απο πληρη αυτεπιγνωση αποκαλειται και δεν ξερω πως τα καταφερα αλλα διαπρεπω στο συγκεκριμενο τομεα. Βαζω μουσικη. Στιγμιαια οι ενοχες εξαφανιζονται. Επανερχονται μολις εχω καταπιει την πρωτη μπουκια. Σηκωνομαι απ' την καρεκλα, χορευω για λιγο με το μισο μπισκοτο στο χερι κι υστερα..... Υστερα κλαματα.. Χτυπαω με το αριστερο μου χερι το δεξι για να πεσει κατω το μπισκοτο. Ξερω πως οσο γλυκο κι αν ειναι, τα χειλη σου δεν τα φτανει. Βγαινω στο μπαλκονι και πεταω ολο το κουτι κατω στο δρομο. Κατεβαινω κι εγω απο την πολυκατοικια. Αρχιζω μανιωδως να χοροπηδαω πανω στο κουτι. Νιωθω τη συγκεκριμενη "γη" κατω απ' τα ποδια μου να θρυμματιζεται. Χιλιαδες κοκκοι μπισκοτου, απειροελαχιστα υποκατάστατά σου ειναι πια ενα με την ασφαλτο. Αν ησουν εδω θα μ' εβλεπες με μουτζουρωμενα ματια απ' την ξεθωριασμενη μασκαρα να σε κοιτω και να σου λεω πως ολο αυτο δεν ειναι παρα ενα παραμυθι που σκαρφιστηκα για να σου εξηγησω ποσο θα' θελα το βραδυ πριν κοιμηθω να μην καληνυχτιζα τη φωτογραφια σου στον τοιχο.
 Εχεις νιωσει ποτε λιγο παραφωνες τις χορδες του βιολιου? Εχεις αισθανθει ποτε πως κατι δεν παει καλα οταν κρατας το δοξαρι? Καπως ετσι ειναι κι εμενα η καθε στιγμη που μονο σε σκεφτομαι και τιποτ' αλλο (γιατι δεν μπορω).
 Σταζουν τα χρωματα ενα-ενα στις γκριζες Κυριακες οποτε σκεφτομαι ποσο σε θυμιζουν-εστω ονοματικα. Και ξαφνικα ολα αποκτουν αλλο νοημα. Αρχιζω να ελπιζω πως καπου μεσα στη φωτογραφια που σου εδωσα στο καδρο, βλεπεις που και που κι εμενα. Κι ας ειναι ασπρομαυρη, το χαμογελο σου τη φωτιζει τοσο που το μαυρο λες κι εξαφανιζεται για να μεινει μονο φως. Τοτε χαμογελαω λιγο. Κοιταζω στον καθρεφτη την κοιλιτσα μου που μπορει να μην ειναι επιπεδη αλλα ουτως η αλλως παντα απωθητικες τις εβρισκες ολες αυτες με τα "τελεια" σωματα. Κλεινω το ματι συνομωτικα στον εαυτο μου (μιας και δεν εισαι εσυ εδω) και μ' ενα μικρο-σχεδον αθορυβο- αναστεναγμο ευτυχιας, ανοιγω το καλαθακι των σκουπιδιων και πεταω ενα σακουλακι Amaretti.. Μαζι με το περιεχομενο. Αφου με περιεχεις και σε περιεχω. Ολα τ' αλλα περισσευουν.......

4 σχόλια:

το χελωνι είπε...

Καυστικο και μελωμενο σαν σοκολατα. Και διασκεδαστικο παρ'ολα τα νοηματα του.Σα χαμογελο!

taxideye i kardia ki afto mou ftanei είπε...

:) nai.......

"panw sta xeilh tou, san sokolata.."

Eleana είπε...

Πόσο πολύ σε καταλαβαίνω... ξέρεις κάποτε είχα διαβάσει πως μερικοί άνθρωποι στην γη έρχονται με σκοπό να βοηθήσουν άλλους... σαν άγγελοι... και επειδή πληγώνονται αναζητούν κάτι που τους θυμίζει τον παράδεισο... και αυτό είναι τα γλυκά... έχω καταλάβει όμως πως είναι άσκοπο να αναζητάς τον παράδεισο στην σοκολάτα γιατί να μην κανουμε λιγο παραδεισένια την ζωη μας με μικρες στιγμες... βεβαια κι αν το συνειδητοποίησα, ειναι απιστευτα δυσκολο να το κανω... το λεω μπας και το καταφερω κι εγω...

theodora d.183 είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.