Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ, ΝΕΚΡΗ ΠΟΛΗ





 Ανάκατα συναισθήματα. Προδοσίας, πίστης, ελπίδας, απαισιοδοξίας, ρεαλισμού και κατάρρευσής του. Ξέρω ότι το αξίζω αλλά ξέρω και ότι μάλλον δε θα το έχω. Όνειρα που χτίζονταν σιωπηλά τόσα χρόνια. Με φόβους να φυτρώνουν ανάμεσα και ανασφάλειες να ανθίζουν. Και ξαφνικά έπεσε χειμώνας και όλα τους ήταν φυλλοβόλα και έμειναν μόνο τα όνειρα που πια έχουν φτάσει πολύ ψηλά. Κανένα εμπόδιο. Η απόλυτη σιγουριά. Τώρα είναι η ώρα. Βήματα καθόλου διστακτικά. Με βεβαιότητα σχεδόν υπερεκτίμησης, σχεδόν πολυετούς εμπειρίας.

 Στημένη στον τοίχο από πράγματα που δεν καταλαβαίνω. Που γύρω μου κανείς δεν καταλαβαίνει κι όμως συμβαίνουν.  Σε λίγες ημέρες οι απαντήσεις θα δοθούν απ’ τους ειδήμονες. Κανένας λόγος δε θα μου πέφτει. Θέλω όσο τίποτ’ άλλο να συμπεριληφθώ σ’ αυτή την αναδυόμενη ελπίδα. Θέλω όσο τίποτ’ άλλο να «κουβαλήσω» στην πλάτη μου, όσα τα τελευταία χρόνια ψιθυρίζονται στις συναντήσεις μου με τη Βεατρίκη. Όσα ψιθυρίζονται από τον αέρα στο αυτί μου λίγο πριν κοιμηθώ. Όσα ακόμα ψιθυρίζονται μέσα μου ενώ δε θα έπρεπε. Δεν ξορκίζονται αλλιώς. Τη χρειάζομαι αυτή την ευκαιρία. Είναι θέμα προσωπικών ορίων και της κατάργησής  τους.


 Κυριακή, νεκρή πόλη. Δεν ακούγεται τίποτα. Πολλές φορές το τίποτα καλύτερό απ’ αυτό που δεν μπορείς ν’ αντέξεις.